Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ της Ευφροσύνης Παυλακούδη : Ο Τόλκιν, η δημοκρατία και το χρέος



Πέρασε, λοιπόν, κι αυτή η βδομάδα και ενώ έγινε του κουτρούλη ο γάμος εντός και εκτός Κοινοβουλίου, προς το παρόν, τίποτε ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει. Απειλές εκατέρωθεν τόσο από τους Ευρωπαίους εταίρους, όσο και από τα άκρα του ελληνικού πολιτικού φάσματος. Οι μεν κουνούν το δάχτυλο απειλητικά δείχνοντας μας την έξοδο από την Ε.Ε. λέγοντας μας ότι ‘χαλαρώσατε’, οι δε μιλούν για εκτροπή ή ανατροπή (αναλόγως τα κέφια, να υποθέσω) του πολιτικού συστήματος.Και οι δυο λάτρεις της κινδυνολογίας, φορείς πανικού και οργής, με σάκο του μποξ την ελληνική οικονομία, τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους. Είναι γεγονός: διανύουμε μια περίοδο ασταθούς πολιτικής σταθερότητας (η ειρωνεία σε όλο της το μεγαλείο), ενώ ένας νέος κύκλος αβεβαιότητας φαίνεται να έχει ανοίξει. Και εν μέρει είναι λογικό, αφού ουδείς μίλησε για την ταμπακιέρα επί της ουσίας.

Και εξηγούμαι. Η θετική εξέλιξη του να λάβουμε άμεσα τη δόση του περασμένου Σεπτεμβρίου και του προσεχούς Δεκεμβρίου (περίπου 12 δισ. ευρώ επιπλέον των 31,5) ώστε να κυλήσει ρευστότητα στις φλέβες της οικονομίας και να πάρει η χώρα μια ανάσα, δεν λύνει ουσιαστικά το ζητούμενο: την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Γιατί, μην γελιόμαστε, το χρέος είναι η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας. Τα μέτρα από μόνα τους και οι μέχρι σήμερα δεδομένες πολιτικές, είναι μαθηματικά αδύνατον να οδηγήσουν σε έξοδο από την κρίση. Ο ασθενής είναι στη ζωή με μηχανική υποστήριξη, δεν το λες δα και επιτυχία.

Και επειδή τις προηγούμενες μέρες το καλύτερο ανέκδοτο που ακούστηκε ήταν ότι η ανάπτυξη θα πάρει μπρος στην Ελλάδα μόλις πάρουμε την δόση, να υπενθυμίσω ότι η πολυπόθητη ανάπτυξη προϋποθέτει επενδύσεις, ενώ οι επενδύσεις με τη σειρά τους μεταρρυθμίσεις με σταθερότητα. Και τα τελευταία, δυστυχώς, είναι είδη προς εξαφάνιση σ’ αυτή τη χώρα που ανά τετράμηνο, σχηματικά, κάνει εκλογές και αλλάζει κυβερνήσεις σαν τα πουκάμισα, ενώ οι ριζικές αλλαγές, που όλοι έχουν κάνει παντιέρα -4 χρόνια τώρα- περί πάταξης της φοροδιαφυγής (άλλη μεγάλη γάγγραινα της ελληνικής οικονομίας), περί μείωσης του δημοσίου τομέα, περί εξορθολογισμού των δημοσίων δαπανών, περί ανοίγματος των ανοιχτών επαγγελμάτων, έχουν μείνει μόνο στα λόγια, για την ακρίβεια στα τηλεοπτικά πάνελ και στις πλατείες των κομματικών συγκεντρώσεων.

Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη όταν η χώρα έχει πλεόνασμα σε κόμματα που δεν διαθέτουν σχέδιο για την ενίσχυση της δημοκρατίας, της οικονομίας, της κοινωνίας. Ακούμε διαρκώς συνθήματα περί δίκαιης οργής του λαού, αλλά δεν ακούμε Χριστό για την επίλυση των προβλημάτων αυτού του λαού. Ευχολόγια, συνομιλίες με τον ανύπαρκτο Ύψιστο, ιδεολογήματα και συνέχεια συστάσεις ή ενστάσεις. Προτάσεις κανείς; Πέρασαν οι αλλαγές στα εργασιακά και παρακολουθώντας τις συζητήσεις στην Βουλή, δεν μάθαμε τίποτε για το προκείμενο. Αντιθέτως πληροφορηθήκαμε πως άλλοι επιθυμούν εκλογές εδώ και τώρα, άλλοι πονάνε από τα βάθη της ψυχής τους και χρειάζονται συμπαράσταση στο δράμα τους, άλλοι απειλούν με κρεμάλες, άλλοι απλά παρίσταντο. Κανείς, όμως, δεν μας είπε με σαφήνεια που και σε ποια σημεία του νομοσχεδίου διαφωνεί, εάν διαφωνεί. Το έρμο το Σύνταγμα δε έγινε λάστιχο, ενώ τα νεύρα μας κρόσσια. Με λίγα λόγια, η δημοκρατική διαδικασία, εξαντλήθηκε –αν όχι χλευάστηκε- σε συναισθηματισμούς και λεκτικά πυροτεχνήματα για άλλη μια φορά.

Επανειλημμένως ζούμε μάχες μαχών και στο τέλος πάρε μια να ’χεις δέκα γιατί οι προηγούμενοι, λέει, δεν τόλμησαν, δεν υπολόγισαν, δεν ήξεραν. Μονίμως το μπαλάκι εκτός εξέδρας με τον κίνδυνο της χρεωκοπίας διαρκώς πάνω από τα κεφάλια μας. Μαδάμε την μαργαρίτα (χρεοκοπούμε, δεν χρεοκοπούμε και τούμπαλιν) με τους μεν να πιστεύουν ότι η χρεωκοπία δεν είναι δα και η συντέλεια του κόσμου και με τους δε να λένε ότι προς το παρόν σήμερα Κυριακή 19:15:50 η Ελλάδα απέφυγε τον κίνδυνο της χρεωκοπίας. Κατά τα άλλα, όλοι σαστισμένοι μπροστά στον εργασιακό μεσαίωνα που έρχεται αρχής γενομένης του καινούργιου έτους με τον κ. Τσίπρα βέβαια να μην μιλάει πλέον για το θαύμα της Αργεντινής ή τα πετρελαϊκά –άνευ όρων κιόλας- δώρα Τσάβες, αλλά με αυτό που εξαρχής ήταν πάντα το ζητούμενο: τις εκλογές∙ τον κ. Βενιζέλο να ασχολείται με την ανάσταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.∙ τον κ. Κουβέλη απλά να παρακολουθεί, όταν βασικά αποδέχτηκε να κυβερνεί∙ την κα. Παπαρήγα να προσδοκεί την ανάκαμψη του Κ.Κ.Ε. και τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων με σφυροδρέπανα στους δρόμους∙ τον κ. Σαμαρά να ποντάρει στην βοήθεια του Θεού και να παίρνει εντός ολίγων ημερών σβάρνα τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να πείσει ότι δεν είμαστε ‘χαλαροί’, αλλά έσω έτοιμοι για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, όταν ο ίδιος και τα στελέχη του δεν υπερασπίζονται επί της ουσίας τα μέτρα, αλλά λίγο-πολύ μας λένε ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή∙ τον κ. Καμμένο να οδύρεται ότι είμαστε η πιο πλούσια και πνευματώδης χώρα στον πλανήτη (τέτοια φαντασία ούτε ο Τόλκιν) και τον κ. Μιχαλολιάκο να μας παροτρύνει να κάνουμε λοβοτομή στη μνήμη μας και τη λογική μας, παρουσιάζοντας τον νεοναζισμό ως ότι πιο ελπιδοφόρο έχει να αναδείξει ο τόπος. Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, που έλεγε και ο αείμνηστος Ηλιόπουλος.
Και για να μην γίνομαι ισοπεδωτική και άδικη: ναι, υπάρχουν φωνές λογικής και ψυχραιμίας που προσπαθούν μέσα στο μπουμπουνητό της βλακείας και του άκρατου λαϊκισμού, να πούνε τα πράγματα με το όνομά τους. Το πρόβλημα είναι ότι δεν «πουλάνε». Ναι, βλέπετε, δεν είναι μόνο η πολιτική στα χειρότερά της, αλλά και η ελληνική δημοσιογραφία. Ένας κλάδος που, τελευταία, στην πλειοψηφία του έχει επενδύσει στις τσιρίδες, τους αφορισμούς, τις απλουστεύσεις, τις τυμπανοκρουσίες. Αναλώνεται σε λίστες και καταγγελίες και μάλιστα ζητάει από πάνω και τα εύσημα που μας παρουσιάζει περισσότερο λάσπη από όση μπορούμε να αντέξουμε ή να διευθετήσουμε, πείτε το όπως θέλετε. Η έρευνα, η τεκμηρίωση και η εκμαίευση απόψεων έχουν πάει περίπατο. Ενώ αυτά ακριβώς, θα έπρεπε να είναι τα ζητούμενα.

Δεν ξέρω τι είναι πιο ανησυχητικό τελικά: η δημοσιογραφική παραφιλολογία ή η πολιτική ανεπάρκεια; Και στις δυο περιπτώσεις πάντως, τα συμπεράσματα είναι δυσκολοχώνευτα. Κάποια στιγμή, πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα καλαμπούρια τελείωσαν και ότι αν το στοίχημα χαθεί, όλοι λίγο-πολύ θα έχουμε ευθύνη. Μικρή, μεγάλη, τι σημασία έχει πια; Η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν προέκυψε με παρθενογένεση, η καταβαράθρωση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν έγινε εν μέσω μιας νυκτός και η άνοδος της Ακροδεξιάς στην χειρότερή της μορφή κιόλας δεν αποτελεί ευθύνη μόνο της Δεξιάς, αλλά και της Αριστεράς, σύντροφοι.
Εν κατακλείδι, οι αμφιβολίες της κοινής γνώμης για το αν υπάρχει μια ευκαιρία για την σωτηρία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, είναι εύλογες. Διότι όταν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, τις οποίες –σημειωτέον- βαραίνει η εφαρμογή εκείνων των μέτρων που θα μας οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση, παίζουν κρυφτούλι ή χειροκροτάνε λες και είναι σε μαθητική παράσταση, όπως τις προάλλες, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι αυτές θα είναι οι τελευταίες περικοπές ή να έχεις την αυταπάτη ότι η υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου θα σώσει την χώρα. Δεν αρκεί η θέσπιση ενός νέου οικονομικού μοντέλου για να έρθουν τα πάνω-κάτω. Ο πρωτογονισμός του πολιτικού συστήματος σε όλο του το φάσμα, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια ελπίδας, δυστυχώς. Η επαναστατική φρασεολογία πέρα από ουτοπική, είναι και άδικη, ειδικά όταν ακούγεται από συνδικαλιστές που χρόνια ήταν πρώτοι στα πάρτυ προνομίων και ειδικών επιδομάτων. Η εγχώρια καταστροφολογία από τους προστάτες του χθες και των συντεχνιών που εξέθρεψε, πρέπει να σταματήσει. Διαφορετικά η αποφυγή μιας ανεξέλεγκτης κατάρρευσης είναι σχεδόν αδύνατη. Η ώρα των αποφάσεων έχει παρέλθει. Είναι η ώρα των εφαρμογών, των υλοποιήσεων. Μπορούμε; Θα αντέξουμε; Ο χρόνος θα δείξει. 

Πηγή δημοσίευσης : www.maga.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου