Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

J.A.C.E.: ένας ύμνος στον άνθρωπο!


  

Το J.A.C.E. Μια ταινία-ποταμό. Μιάν ιστορία που ξεκινάει από το Αργυρόκαστρο του 1989 και προχωράει διακλαδούμενη μέχρι τις μέρες μας κι ακόμα παραπέρα.

«Δώσε μου ένα μεγάλο θέμα και θα σου γράψω ένα μεγάλο μυθιστόρημα» έλεγε ο Χέρμαν Μέλβιλ. Η φράση του ηχεί ίσως αλλαζονική. Μα το μεγάλο μυθιστόρημα πράγματι γράφτηκε. Το 1851. Πρόκειται για τον «Μόμπυ Ντικ». Για το εμβληματικότερο σύγχρονο έπος αλληλοκαταδίωξης ανθρώπου και θηρίου, ανθρώπου και θεού, ανθρώπου και πεπρωμένου. Συμπεράσμα; Όταν ο καλλιτέχνης διαθέτει χάρισμα, η αλλαζονεία του μετατρέπεται σε καύσιμο δημιουργίας.

Στην Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες, κυριαρχεί στην τέχνη ο κανόνας της μικρής κλίμακας. Τα φτωχικά μέσα, οι ταπεινές συλλήψεις, το σεμνό ύφος του δημιουργού νοούνται ως ηθικά πλεονεκτήματα, γίνονται υλικό για φωτοστέφανα. Υπάρχουν –εννοείται- σπουδαία παραδείγματα λιτής τέχνης, ποιητικής πύκνωσης: Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το έργο του Καβάφη εν συνόλω, κάποια από τα ωραιότερα λαϊκά τραγούδια… Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει πως οι θιασώτες της εκτεταμένης φόρμας, εκείνοι που δεν τους ταιριάζει η μινιατούρα και το σκίτσο με κάρβουνο μα νοιώθουν την ανάγκη να εξαντλήσουν την παλέττα των χρωμάτων και να’ναι το έργο τους τρούλος καθεδρικού ναού, πρέπει να αντιμετωπίζονται καχύποπτα. Και όμως: Ακόμα και ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, μετά από κορυφαίες διεθνείς βραβεύσεις, έφερε στους εγχώριους κύκλους τη ρετσινιά του σπάταλου σε χρήμα και σε χρόνο… «Τρεις ώρες ταινία; Εξακόσιες σελίδες βιβλίο;» σηκώνουν το φρύδι οι ημέτεροι κήνσορες οσάκις έρχονται αντιμέτωποι με ένα εκτεταμένο έργο. Σάμπως η τέχνη να’ναι κάποιο πικρό χάπι, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται στις ελάχιστες δυνατές δόσεις.

Κι έρχεται αίφνης ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης και παρουσιάζει –στην Ελλάδα της κρίσης, στο εντόπιο καθημαγμένο κινηματογράφο- το J.A.C.E.

Το J.A.C.E. Μια ταινία-ποταμό. Μιάν ιστορία που ξεκινάει από το Αργυρόκαστρο του 1989 και προχωράει διακλαδούμενη μέχρι τις μέρες μας κι ακόμα παραπέρα. Μιάν ιστορία που διαδραματίζεται σε αγροκτήματα των Βαλκανίων, ιεροραφεία της Πλατείας Μητροπόλεως, άθλια αναμορφωτήρια, τσίρκα με ελέφαντες και με ακροβάτες, νοσοκομεία, προχωρημένα κλαμπ και υπερπολυτελή ξενοδοχεία. Ένα παλλόμενο ψηφιδωτό, μία παρέλαση των πιο ετερόκλητων ανθρώπων που το μόνο κοινό γνώρισμα τους είναι ότι ανεξαιρέτως φλέγονται. Μέχρις σχεδόν απανθρακώσεως. Κι έτσι φλεγόμενοι, στροβιλλίζονται γύρω από το κεντρικό πρόσωπο, τον J.A.C.E., που δεν θα σας αποκαλύψω τι σημαίνουν τα αρχικά του.

Στο «λίγα λόγια σχετικά με την ταινία», θα διαβάσετε πως πρόκειται για τη βιογραφία ενός Βορειοηπειρώτη, ο οποίος πέφτει σε τρυφερότατη ηλικία θύμα εμπορίας λευκής σαρκός, στη συνέχεια θύμα εμπορίας οργάνων και τελικά θύμα της γενικευμένης κοινωνικής διαφθοράς στην πλέον δολοφονική μορφή της. Καμία σχέση! Η υπόθεση μπορεί να’ναι πάνω-κάτω αυτή. Όμως το J.A.C.E. -όπως κάθε αξιοσημείωτο αφήγημα- υπερβαίνει μέχρις ακυρώσεως την υπόθεση και τα εξωτερικά εν γένει χαρακτηριστικά του. Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης πλάθει –όπως κάθε εμπνευσμένος δημιουργός- την προσωπική του μυθολογία, το δικό του καλλιτεχνικό σύμπαν, το οποίο επιφανειακές απλώς διαθέτει ομοιότητες με την τρέχουσα πραγματικότητα.

Σε αντίθεση με τον συγγραφέα, ο οποίος αναμετράται κατά μόνας με τη λευκή σελίδα ή με την κενή οθόνη του υπολογιστή, ο σκηνοθέτης πρέπει -προκειμένου να υλοποιήσει το όραμά του- να εμψυχώσει και να καθοδηγήσει μια πλειάδα ηθοποιών και άλλων συνεργατών. Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης τα κατάφερε αυτή τη φορά θαυμαστά. Στο J.A.C.E συμμετέχει ο ανθός του ελληνικού θεάτρου, οι περισσότερες από τις ζώσες παρακαταθήκες και απ’τις ασπαίρουσες ελπίδες του. Από τον δωρικό Μηνά Χατζησάββα μέχρι τον σατανικό Ακύλα Καραζήση. Κι από τον νεκροζώντανο Αργύρη Ξάφη έως την μοιραία Στεφανία Γουλιώτη. Στο κέντρο βέβαια, ο J.A.C.E., ενσαρκωμένος από τον Alban Ukaj. ΄Ισως ο πιό εύγλωττος βουβός ηθοποιός που έχω δει ποτέ.

Εάν αναζητούσα εκλεκτικές συγγένειες του J.A.C.E., επιρροές του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, η σκέψη μου θα πήγαινε στο «Θεώρημα» του Παζολίνι, στο «Φάνυ και Αλέξανδρος» του Μπέργκμαν, πιθανόν και στον «Ταξιτζή» του Σκορτσέζε. Η αίσθηση ωστόσο που αφήνει στον θεατή περισσότερο συγκρίνεται με τον απολαυστικό σπαραγμό που δοκιμάζεις όταν διαβάζεις ως παιδί τον «Όλιβερ Τουίστ» του Ντίκενς.

Το ξέρω πως δεν γράφω κριτική αλλά ύμνο. Το περιμένω πως οι «τα φαιά φορούντες» θα ψάξουν πίσω από τις φράσεις μου υπόγειες σχέσεις και –γιατί όχι;- συναλλαγές με τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη, με τον οποίο γνωρίζομαι τριάντα χρόνια μα είμαστε περισσότερο σποραδικοί εγκάρδιοι συνομιλητές παρά φίλοι. Λυπάμαι όμως όποτε (ολοένα και σπανιότερα ένεκα η ηλικία) ενθουσιάζομαι από ένα πρόσωπο, από ένα έργο τέχνης κι από ένα φαγητό ακόμα, δεν βλέπω το λόγο να μετριάζω τα λόγια μου. Το J.A.C.E. κατάφερε να με συνεπάρει τόσο, ώστε να ξεχάσω για λίγο τον ζόφο που έχει καταντήσει η καθημερινότητά μας. Κάτι τέτοιο απαιτεί, πιστεύω, μαγικές σχεδόν ικανότητες.

Σπεύσατε να δείτε το J.A.C.E.  Κι άμα τυχόν σας αφήσει ασυγκίνητους, ελάτε σε μένα να σας επιστρέψω τα λεφτά του εισιτηρίου.-
         
Tоυ Χρήστου Χωμενίδη
Πηγή δημοσίευσης : www.protagon.gr

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου