Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Πάνος Κατσιμίχας: «Οι Έλληνες σήμερα, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε»



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ  ΤΟΥ  ΠΑΝΟΥ  ΚΑΤΣΙΜΙΧΑ  στον  Κώστα  Μπαλαχούτη

Ο Πάνος Κατσιμίχας για τα «Ζεστά Ποτά 30 χρόνια μετά», την Ελλάδα του σήμερα, το κτήνος του ναζισμού, τους πρόσφυγες, το λαϊκό τραγούδι, και όχι μόνο.

Η συζήτηση μαζί του, πάντα ενδιαφέρουσα, ξεχωριστή, μεστή, αιχμηρή και γοητευτική συνάμα, ανεξάρτητα με ποιον τρόπο πραγματοποιείται. Δεν γνωριζόμαστε αρκετά, κι όμως τον νοιώθω σαν φίλο απ’ τα παλιά. Φταίνε τα τραγούδια που μαζί με τον συνοδοιπόρο του μας σφράγισαν καίρια «καντάρια» καιρούς και καθόρισαν και το «μετά» μας.

Μαζί κι αυτή η καθαρότητα και η ειλικρίνεια η μπέσα και η ταπεινότητα που «αχνίζει» στη γενικότερη καλλιτεχνική στάση του, όπως και στις δημιουργίες του.


Άλλωστε ο Πάνος Κατσιμίχας δεν υπήρξε αντισυμβατικός εξ επαγγέλματος ούτε και «ψώνιο» της πλάκας.

Καλλιτέχνης εκ γεννετής και ωραίος μάγκας - για να «παίξω» με το μάγκας κύριος, που ο ίδιος χαρακτήρισε στην κουβέντα μας τον Καζαντζίδη - μιλάει για «πράγματα» και πρόσωπα του χτες και του σήμερα που αφορούν τις ζωές μας, το «σώμα» και την «ψυχή» του τραγουδιού που αγαπάμε και συνυπάρχουμε μαζί του.

Αφορμή η επανηχογράφηση του πρώτου του(ς) δίσκου με τον «νέο» τίτλο «Ζεστά Ποτά 30 χρόνια μετά», αλλά και η «επιστροφή» στου στις ζωντανές παραστάσεις.

Ο χρόνος καθημερινά αποδεικνύει και υπογραμμίζει πως Τα «Ζεστά ποτά» θα αχνίζουν παντοτινά. Η επαναπροσέγγιση όμως γίνεται από καλλιτεχνική ανάγκη ή και από τη διάθεση διαχείρισης του έργου.
Η επαναπροσέγγιση-επανέκδοση έγινε, για δύο εξίσου σοβαρούς λόγους. Ο πρώτος είναι συναισθηματικός καθαρά και θα το νοιώσει όποιος διαβάσει το σημείωμα μέσα στο καινούριο cd «Ζεστά ποτά 30 χρόνια μετά». Ο δεύτερος και  εξίσου σοβαρός, είναι η δυνατότητα διαχείρισης του πρώτου και σημαδιακού δίσκου της ζωής μας. Η διαχείριση του έργου, δεν είναι μόνο δικαίωμα του δημιουργού, αλλά είναι και υποχρέωσή του, γιατί αυτός μόνο μπορεί να το κάνει με σεβασμό και αγάπη και όχι ο κάθε κυνικός τυχάρπαστος μεγαλέμπορας..

Η απουσία και αδυναμία των πάλαι ποτέ μεγάλων εταιρειών απ’ τη «γέννηση» και το «ταξίδεμα» ενός ηχογραφήματος έχει φέρει αλλαγές, συνέπειες στο «σώμα» του τραγουδιού και τους «τρόπους» των καλλιτεχνών;
Έτσι όπως είχαν καταντήσει οι δισκογραφικές εταιρείες τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια, δεν είχαν ουσιαστικά κανέναν λόγο ύπαρξης. Η απουσία τους, δεν έβλαψε κανέναν. Ούτε τους καλλιτέχνες, ούτε φυσικά το τραγούδι. Ίσα ίσα, πιστεύω ότι το τραγούδι ωφελήθηκε, γιατί τώρα, με ένα μικρό home studio και χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι τους, έχουν όλη τη δυνατότητα να κάνουν τη δική τους μουσική και αυτή θα φτάσει μέσω του internet σε όσους θέλουν να την προσεγγίσουν. Μέχρι εδώ όλα καλά. Θα ήταν όμως ακόμα καλύτερα, αν υπήρχε, έστω στοιχειωδώς, ένας απλός και δίκαιος τρόπος, να παίρνουν οι δημιουργοί  ένα ποσοστό που τους αναλογεί για τις μεταδόσεις και χρήση των τραγουδιών τους μέσω internet, έτσι ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τις επόμενες δουλειές τους. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα, που αφορά κυριολεκτικά πλέον, την ίδια την ύπαρξη της μουσικής δημιουργίας.
Η σκηνή, το τραγούδι τα «Ποτά»

Η «σκηνή - επικοινωνία» είναι συνθήκη αναγκαία για έναν καλλιτέχνη; Αν ναι -ή και όχι ακόμη- τι είναι ικανή να φέρει;
Δεν ξέρω τι ακριβώς φέρνει η  σκηνή-επικοινωνία στον καθένα και το κυριότερο, δεν ξέρω τι ακριβώς μπορεί να ζητάει ο καθένας ανεβαίνοντας πάνω στη σκηνή. Για άλλους, πρωτεύον ζήτημα και κινητήρια δύναμη είναι τα λεφτά. Κατανοητό. Για άλλους είναι η ανάγκη της όποιας προσωπικής επιβεβαίωσης. Θεμιτό. Για άλλους  είναι κυρίως και κατ’ αρχάς και κατ’ αρχήν, η φήμη, η δόξα, η επωνυμία. Θλιβερό. Άλλοι πάλι θα σου πουν «διότι η live επικοινωνία με λυτρώνει και με απογειώνει  ψυχοσωματικά...» Συγκινητικό και συγχρόνως ενδιαφέρον ψυχαναλυτικά… Και πάει λέγοντας…

Εγώ πάντως, που είμαι αυθεντικό ψώνιο, το κάνω για όλους ανεξαιρέτως τους παραπάνω λόγους και μάλιστα ανερυθρίαστα..

Τα «ποτά» αλλάζουν γεύση, βαθμούς στα χρόνια; Ποια λειτουργούν στο μέστωμά τους ευεργετικά και ποια έχουν αρνητικές παρενέργειες;
Τα «Ποτά», φυσικά και δεν αλλάζουν σε τίποτα. Αυτό που υπήρξαν κάποτε, είναι ακόμα και θα είναι  πάντα. Εκείνο που αλλάζει είμαστε εμείς, που περνώντας τα χρόνια, χάνουμε το κουράγιο μας και μας τρομάζει η ένταση, με την οποία μπορούσαμε κάποτε να αγαπήσουμε ένα τραγούδι, μία γυναίκα, μια ιδέα και γινόμαστε περίεργοι και μας φταίνε όλα, ακόμα και ό,τι αγαπήσαμε στα νιάτα μας. Στην ουσία, με τον εαυτό μας θυμώνουμε και τα βάζουμε μαζί του, γιατί δε μπόρεσε τελικά να νικήσει το χρόνο. Δεν παλεύεται ρε παιδιά ο χρόνος. Μόνο αν του παραδοθείς, μπορείς να ελπίζεις σε μία, το πολύ έντιμη και ήρεμη ήττα.

Ποιος απ’ τους «παλιούς» εξακολουθείς ν’ ακούς σήμερα, και ποιος απ’ τους «καινούργιους» και γιατί;
Δεν ακούω ποτέ με βάση το καινούριο ή το παλιό. Άκουγα πάντα ανακατωμένα, παλιά, καινούρια και ο,τιδήποτε θεωρούσα εγώ καλό. Αυτός είναι και ο μόνος μου γνώμονας. Τώρα, ως προς το ποιους παλιούς ακούω ακόμα, θα σου έλεγα ότι ακούω, ό,τι είναι ικανό να ξαναγεννήσει μέσα μου το θαύμα. Κι αυτό, ανάλογα με την εποχή, μπορούν να το πετύχουν τα  έργα που είναι «σημαδιακά», αυθεντικά, μοναδικά. Να σου δώσω δυο τρία παραδείγματα, απλά για να γίνω σαφής, και γιατί συμβαίνει να ακούω κάποιους αυτές τις μέρες. Μπορώ ακόμα να ακούσω με την ίδια συγκίνηση και ίσως μεγαλύτερο ακόμα ενδιαφέρον δίσκους όπως «Ο μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι ή «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ»  ή τον  μελοποιημένο Καββαδία του Θάνου Μικρούτσικου. Σχεδόν όλα του Νικόλα του Άσιμου, και τα θεατρικά, ας πούμε του Λεοντή. Αυτού του είδους τα έργα, λειτουργούν επάνω μου ψυχοθεραπευτικά και μου δίνουν δύναμη. Ως προς τους καινούριους, είναι τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά, αλλά δε νομίζω ότι αναφέρεσαι βέβαια, στον Περίδη, Θηβαίο, Μάλαμα, Θ. Παπακωνσταντίνου, Τσακνή, Μαχαιρίτσα, Γιώργο Ανδρέου, Πασχαλίδη κλπ. Έτσι δεν είναι; Γι’ αυτούς τα έχω πει πολλές φορές. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος, κάποιος από αυτούς τους καλλιτέχνες βγάζει ένα μικρό διαμάντι, που εμένα προσωπικά, με αφήνει έκθαμβο, με την ομορφιά του και την τέχνη του. Όλοι μαζί αυτοί οι άνθρωποι, υπηρετούν και συνεχίζουν να δημιουργούν το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Τώρα αν με ρωτάς, για τους ακόμα πιο καινούριους, εδώ δηλώνω μερική άγνοια. Γιατί έχω μεν ακούσει κάποια ωραία τραγούδια στο ραδιόφωνο, αλλά δε μπορώ να τα συνδέσω με τα πρόσωπα που τα τραγουδάνε. Δεν παριστάνω τον ειδήμονα ή τον «υπεράνω», αλλά ίσως φταίει και το ότι τα τελευταία χρόνια, δεν ξέρω γιατί, δεν ακούω πια σχεδόν καθόλου ελληνική μουσική.
Το κτήνος του ναζισμού και κατακύλα

Φανταζόσουν ποτέ μια Ελλάδα με την Χρυσή Αυγή στα πάνω της και μια Γαλλία με τη Λεπέν πρώτη δύναμη;
Έζησα πολλά από τα νεανικά μου χρόνια στην Ευρώπη, μετανάστης ουσιαστικά, με την ταυτότητα στα δόντια και μια κιθάρα φύλακα-άγγελο, που μου έδωσε ψωμί και τον τρόπο να ζω με μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Ούτε υποτροφίες, ούτε λεφτά από το σπίτι. Με μία κιθάρα, έζησα, σπούδασα, δούλεψα, όσο, ό,τι μπόρεσα. Έπαιξα παντού, από τους δρόμους του Παρισιού, χύμα στο κύμα, στα Volk Pubs του Βερολίνου και της Σουηδίας, μέχρι τις ταβέρνες της Ολλανδίας και της Ελβετίας, μέρες, μήνες, χρόνια. Είδα πώς ζούσανε οι πιτσιρικάδες βορειοαφρικάνοι, μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς στο Παρίσι, από τις πρώην αποικίες των γάλλων, πώς ζούσαν οι Τυνήσιοι και οι Μαροκινοί στη Ν. Γαλλία (που μαζί τους δούλευα, μαζεύοντας σταφύλια), είδα (το είδα live), μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το κτήνος του ναζισμού να σέρνεται ξανά στους δρόμους. Εκατοντάδες τσογλάνια νεοναζί, γύριζαν σαν αγέλες σκυλιών και χτύπαγαν όποιον έμοιαζε ξένος. Γέρους, γυναίκες, παιδιά, γενικευμένα χωρίς διάκριση, τους προπηλακίζανε, τους καίγανε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους. Στην Ελλάδα είδα και είδαμε όλοι και σε real time, πώς πήρε τ’ απάνω της η χρυσή αυγή. Μετανάστες στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα, υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του '80. Ήσυχοι, δυστυχισμένοι άνθρωποι. Όταν όμως άνοιξε ο Σαμαράς τα σύνορα, το '92, (ένας Θεός ξέρει γιατί), και γέμισε η Ελλάδα αλβανούς φυλακόβιους και άλλους παρόμοιους βόρειους βαλκάνιους και άρχισε η αιματοχυσία και το έγκλημα, ήθελε πολύ υψηλό IQ για να καταλάβουμε, πού θα φτάναμε μια μέρα; Το 2003 έγραψα το τραγούδι «Θα ζήσουνε κοντά μας», ένα τραγούδι για τους μετανάστες. Πέρασε ντούκου. Το 1989 βλέποντας στην τηλεόραση (live κι αυτό) την πτώση του τείχους του Βερολίνου, έγραψα το τραγούδι «Bleib Treu Café», που τελείωνε λέγοντας: «το παγωμένο γέλιο του ακούω και φοβάμαι, το γέλιο του πολέμου ακούω ξανά από παντού, αχ πόσο εύκολα ξεχνάμε».

Η Λεπέν πρώτη δύναμη, η χρυσή αυγή στα high της και ακολουθούν κι άλλοι στη Β. Ευρώπη κι είναι απλά θέμα χρόνου. Και για να το κλείσω, θα ήθελα να πω (γιατί το ξέρω από πρώτο χέρι), ότι οι μουσουλμάνοι είναι καλοί, φιλόξενοι και ήσυχοι άνθρωποι και είναι κρίμα κι ολέθριο λάθος να τους βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι με τους τζιχαντιστές. Είχα πολλούς φίλους άραβες, βορειοαφρικάνους, πέρσες, ιρακινούς, τούρκους, και η συνύπαρξη μαζί τους δεν ήταν απλά εύκολη… είχε και γούστο.

Η «κατρακύλα» στη ζωή μας, κοινωνική και πολιτική, είναι και πολιτισμική;
Δυστυχώς  η κατρακύλα είναι πια  πολιτισμική. Όταν χάσεις την ταυτότητά σου και δεν ξέρεις ποιος είσαι, όλα τα σενάρια είναι πλέον ανοιχτά. Οι έλληνες  σήμερα, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, δεν ξέρουμε τι ζητάμε από τους εαυτούς μας, τι θέλουμε από τους άλλους, μιλάμε τη γλώσσα μας με λάθος τρόπο, μια γλώσσα φτωχή, παραμορφωμένη και αγράμματη. Αφού πρώτα γαμήσαμε τη γλώσσα, αφού εξευτελίσαμε  κάθε ίχνος fair play σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αφού εξοικειωθήκαμε με την αλητεία και την απατεωνιά που ερχόταν σα στάση ζωής κατ’ ευθείαν από την εξουσία-κορυφή της πυραμίδας, ορμήσαμε κάποια στιγμή στα δανεικά κι αγύριστα και τον αγροίκο νεοπλουτισμό, καταντήσαμε χώρα ζήτουλας και ησυχάσαμε...

Τώρα αυτή τη στιγμή που μιλάμε, είναι στη φυλακή, πρώην υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι, γιατί έκλεβαν λέει σαν κοινοί κακοποιοί της πλατείας Ομονοίας. Με τέτοιο background και μάλιστα πολύ πρόσφατο για ποιο επίπεδο πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό μπορεί να συζητήσει κανείς πλέον;
Τα λαϊκά και ο Καζαντζίδης

Τα λαϊκά τραγούδια που κατά καιρούς «χάριζες» σε φίλους είχαν και γερή ρίζα αλλά και φρέσκο κι ευρηματικό αγέρα;  Γιατί σταμάτησαν;
Έχεις παρατηρήσει κάτι επαγγελματίες παίκτες του ράγκμπι που γουστάρουν και το μπέιζμπολ; Κάπως έτσι είμαι κι εγώ σε σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Είναι χόμπι μου και γράφω λαϊκά τραγούδια μόνο για το κέφι μου. Το αγαπάω βαθιά το λαϊκό τραγούδι και το ξέρω και καλά, γιατί έχω παίξει χρόνια με κομπανίες. Όμως το αφήνω να υπάρχει σαν χόμπι κι αν δίνω που και που κανένα τραγούδι σε κάποιον φίλο, το κάνω γιατί είναι φίλος. Ούτε συμβόλαια υπογράφω, ούτε λεφτά ζητάω. Αμαρτία. Παρεμπιπτόντως, πριν κάτι μήνες έτσι μου την έδωσε κι ανέβασα ένα τραγούδι που το τραγουδάω κιόλας, λέγεται «Δως μου απ’ το κουράγιο σου» (πυγμάχος). Εσύ που αγαπάς το λαϊκό τραγούδι, άκουσέ το, θέλω τη γνώμη σου. Το ξέρεις με τη φωνή του Γεράσιμου του Ανδρεάτου, που του το είχα δώσει να το τραγουδήσει πριν τρία νομίζω χρόνια…

Θα ήθελες να είχε τραγουδήσει ένα τραγούδι σου ο Στέλιος Καζαντζίδης;
Είχα γράψει κάποτε ένα τραγούδι για το Στέλιο. Ήταν κάπου εκεί γύρω στα 1980, και το έγραψα, έχοντας αποκλειστικά και μόνο τη δική του φωνή στο μυαλό μου. Το είχα στο συρτάρι, γιατί δεν ήμουν ακόμα στη δισκογραφία, δε γνώριζα κανέναν και φυσικά ούτε τον ίδιον τον Καζαντζίδη… Ένα χρόνο αργότερα, ο Μανώλης ο Ρασούλης, έκανε στην ΕΜΙ, την παραγωγή του πρώτου δίσκου του Λεωνίδα Βελή. Μάζευε τραγούδια κι επειδή ήξερε, ότι που και που έγραφα κάτι ζεϊμπεκάρες ξεγυρισμένες, μου λέει: «μπας κι έχεις κανένα τραγούδι για το Βελή;» Του έδωσα την κασέτα, ένα Σάββατο απόγευμα, (ήταν Οκτώβριος, ένα μήνα μετά τους μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας) και δυο μήνες μετά μου τηλεφωνεί ο Μανώλης ο Ρασούλης και μου λέει, είμαστε στο στούντιο, ξεκινάμε να γράφουμε το τραγούδι σου. Το στούντιο ήταν στη Ριζούπολη, στα ιστορικά old time classics studios της ΕΜΙ. Τώρα θα σου πω μια πολύτιμη για μένα ανάμνηση, που δεν την έχω πει σε κανέναν πουθενά. Πήγα στο στούντιο λοιπόν, μόλις είχε τελειώσει  ο Βελής το τραγούδισμά του. Κάτσε μου λέει ο Μανώλης, να το ακούσεις. Και δίπλα μου, κρατώντας την κιθάρα στα γόνατα, καθόταν ποιος; Ο Αντώνης ο Βαρδής που ήταν ο μαέστρος της ορχήστρας και ενορχηστρωτής όλου του δίσκου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν τον είχα ξαναδεί τον Αντώνη ποτέ. Μου λέει λοιπόν, άκουσα στο demo, στην κασέτα που μου έδωσε ο Ρασούλης, που το τραγουδάς με μια κιθάρα και μια φωνή και είμαι σίγουρος ότι εσύ είσαι αυτός που τραγούδησε στην Κέρκυρα πριν ένα μήνα, αυτό το τραγούδι με τη χυλόπιτα. Εννοούσε το «Μια βραδιά στο Λούκι». Δεν το είχε δει στην τηλεόραση,  είχε ακούσει όλη τη βραδιά  στο ραδιόφωνο και δεν με ήξερε φατσικά, αλλά αναγνώρισε ο μπαγάσας τη φωνή. Ναι του λέω, εγώ ήμουν. Ωραίο τραγούδι μου λέει, και ωραίο κι αυτό που έγραψες για το Βελή. Και με ρωτάει, πώς έγραψες εσύ λαϊκό τραγούδι, από πού τα ξέρεις εσύ  τα λαϊκά; Μου φαίνεσαι από άλλη «γειτονιά». Του λέω, δηλαδή; Δηλαδή, μου λέει, να, μαλλιάς, ροκάς, τι σχέση έχεις εσύ με το λαϊκό τραγούδι;

Σκέφτηκα για μια στιγμή και του λέω: Είμαι από το Μπραχάμι…

Ααα… μου λέει, κατάλαβα. Και είχε όντως καταλάβει. Από τότε γίναμε φίλοι. Τραγουδήσαμε μετά από 6-7 χρόνια μαζί στη Συγγρού, στο μαγαζί Λεωφόρος, και τραγουδήσαμε μαζί του, το υπέροχο τραγούδι που είχε γράψει κοστούμι για τους Κατσιμιχαίους, το Μαχαιρίτσα κι εκείνον… Στίχοι Κώστας Τριπολίτης, «Σχήμα λόγου» (συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα). Το τραγούδι που είχα γράψει για τον Στελάρα και τελικά το τραγούδησε ο Λεωνίδας Βελής, είναι το «Μείνει όπως ήσουνα τότε».

Τι θυμάσαι απ’ το προφητικό πάντρεμα «Στην Ελλάς του 2000»;
Τον Καζαντζίδη τον είδα για πρώτη φορά στο στούντιο του κ. Σμυρναίου, εκεί στο αδιέξοδο στενάκι στην Πατησίων πίσω από τη ΓΣΕΕ, δε θυμάμαι πώς το λέγανε… Μπήκαμε μέσα κατά τις 7.30 το απόγευμα. Στο κοντρόλ ρουμ είχε μισοσκόταδο κι εκείνος καθόταν στην άκρη άκρη ενός μεγάλου τριθέσιου καναπέ και κάπνιζε. Ήταν μόνος του, οι ηχολήπτες κι ο Αντώνης ο Βαρδής ήταν μέσα στην αίθουσα και κάτι φτιάχνανε. Μέσα στα 5 λεπτά που μείναμε μόνοι μας, εγώ ο Χάρης κι αυτός, μας είπε με θαυμάσια ελληνικά ένα σωρό πράγματα. Είπε λίγα λόγια, αλλά είπε πολλά. Είπε ότι του αρέσουμε, γιατί «τα τραγούδια σας έχουν νταλκά, διαφορετικό βέβαια από το δικό μου, αλλά ο νταλκάς είναι νταλκάς».  Μας είπε ότι τη δεκαετία του`60 που τραγούδαγε ακόμα στα μαγαζιά, γνώριζε έναν Γιάννη Κατσιμίχα, δεύτερο ξάδερφο του πατέρα μας κλπ. κλπ. Αργότερα έμαθα από το Χρήστο το Νικολόπουλο και άλλους, ότι αυτός ο θείος, που εμείς τον είχαμε δει ως παιδιά μονάχα μια φορά στη ζωή μας, ήταν βαρύμαγκας, μπράβος της νύχτας και τραγουδιστής… Είχε τραγουδήσει το «Κόκκινα τριαντάφυλλα κι αγάπες θα σου φέρω» ή το είχε γράψει; Δεν είμαι σίγουρος… Σε λίγο μπήκαμε μέσα να τραγουδήσουμε. Κάθισε ήρεμος πίσω από την κονσόλα και μας άκουγε προσεκτικά. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή, κάναμε το παλιό μας κόλπο και ευτυχώς έπιασε. Κουρδίσαμε οι δίδυμοι με τα μάτια και το είπαμε το τραγούδι μια φορά και τέλος. Ε, τι διάολο… το Στελάρα είχαμε μπροστά μας. Έπρεπε να το πούμε το τραγούδι μια κι έξω, αλά παλιά… Κι έτσι το είπαμε, μονορούφι. Του άρεσε αυτό, το χάρηκε και μας το είπε. Έπειτα, αφού μας κάλεσε στον Αγ. Κωνσταντίνο για «ψαράκι», έφυγε ήρεμα, σαν άρχοντας. Δεν τον ξαναείδαμε ποτέ, γιατί ντραπήκαμε να πάμε στον Αγ. Κωνσταντίνο και δυστυχώς μετά από λίγο καιρό άρχισαν τα προβλήματα με την υγεία του και διάφορα άλλα… και «έφυγε» ο Στέλιος για πάντα. Αυτό που θυμάμαι πάντα, ήταν τα μάτια του, δυο μεγάλα έντονα μάτια, με μεγάλους μαύρους κύκλους. Αυτός ο άνθρωπος μου άφησε την εντύπωση, ενός ανθρώπου που είναι βαθιά ταγμένος σε κάτι, κάποιου που έχει πάρει μια βαριά απόφαση και την τηρεί με κάθε κόστος. Είχε πάνω του κάτι απίστευτα μειλίχιο σε συνδυασμό με μια παράξενη αυστηρότητα… Όχι όμως αυστηρότητα απέναντι σ’ εμάς, αλλά αυστηρότητα απέναντι στον εαυτό του. Έτσι ακριβώς ήταν κι ο Μπομπ Ντύλαν, που τον γνώρισα από κοντά όταν παίξαμε support στις δύο συναυλίες του στο Λυκαβηττό, τον Ιούνιο του '92. Ο Στέλιος ο Καζαντζίδης μου άφησε την εντύπωση του μάγκα, που τον ύμνησαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Όχι όμως σε στυλ «μαγκίτης» κι αλανιάρης. Μάγκας, κύριος. Ένας κύριος.
«Να είμαστε εδώ και του χρόνου να τα λέμε»

Το «καινούργιο», όμορφο και υγιές, από πού θα έρθει;
Ως συνήθως, από ‘κει που δεν το περιμένεις.

Τι σου λείπει σήμερα; Τι σε φοβίζει;
Αυτό που μου λείπει, είναι ότι είχες 5, 10 ή 50 φίλους, αλλά ήξερες τα πρόσωπά τους. Σε παίρνανε τηλέφωνο στη γιορτή σου, σου στέλνανε μια κάρτα γραμμένη με το χέρι τα Χριστούγεννα. Τώρα έχεις πχ. 3000 «φίλους» στο FB, και δεν έχεις δει τα πρόσωπά τους από κοντά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Με λυπεί αυτό και με φοβίζει συγχρόνως, γιατί χωμένοι μέσα στα τετραγωνάκια του fb και του twitter τείνουμε όλοι να γίνουμε μια φωτοκόπια, ανθρωπομάζα, σαν τα φοβερά ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη.

Βαριά ευχαριστώ που χρωστάς;
Τρία βαριά ευχαριστώ χρώσταγα και ευτυχώς με αξίωσε… η ζωή; Ο Θεός; Η τύχη; Τα είπα πάντως. Και μάλιστα όχι με λόγια, αλλά με έργα.

Μια ευχή για το τέλος; 
Να είμαστε καλά και να είμαστε εδώ και του χρόνου να τα λέμε Κώστα…

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Μαρόπουλος - Πηγή: Ogdoo.gr - http://www.ogdoo.gr/prosopa/synenteykseis/panos-katsimixas-oi-ellines-simera-den-kseroume-poioi-eimaste
­­­

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου